Μετάλλια και Κειμήλια του Στυλιανού Γεωργίου Αρμινιώτη (Macedonian Mule Corps - MMC)
Δακτυλίδι
CREATOR
Αντρέας Λοϊζου
DATE
1914 - 1945
LANGUAGE
ell
ITEMS
12
INSTITUTION
Europeana 1914-1918
PROGRESS
METADATA
Discover Similar Stories
Φωτογραφία και Μετάλλια του Δημήτρη Μαννούρη (Macedonian Mule Corps - MMC)
12 Items
1 φωτογραφία και 7 μετάλλια || Σπάνιο και μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία του Κυπριακού εθελοντισμού αποτελεί η περίπτωση του Δημήτρη Μαννούρη από την Ακανθού. Η συνεχής συμμετοχή του στους Ελληνικούς Πολέμους από το 1897 μέχρι και το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελεί πρωτόγνωρο και ανεπανάληπτο παράδειγμα πατριωτισμού και στρατιωτικής αφοσίωσης. Ίσως δε θα υπήρχε καλύτερος τρόπος προσφώνησής του από αυτόν που έδωσε η εφημερίδα Ελευθερία στις 18 Οκτωβρίου 1930, συγκαταλέγοντάς τον στους Κυπρίους Ήρωες, παρουσιάζοντας τη μέχρι τότε πολύχρονη προσφορά του, η οποία, όμως, θα συνεχιζόταν, με ακόμα μια πολεμική συμμετοχή του στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Δημήτρης Μαννούρης του Χατζηγεωργίου γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1878 στην Ακανθού, κωμόπολη της Επαρχίας Αμμοχώστου, λίγες μόνο ημέρες ύστερα από την εγκατάσταση των Βρεττανών στην Κύρπρο και την απροσδόκητη αλλαγή κυριαρχίας. Ανήκε σε μια πενταμελή οικογένεια, έχοντας άλλα 2 αδέλφια, τον Χατζηκυριάκο ή όπως αλλιώς αναφέρεται, Φελλά και την Αθανασού. Το 1898 παντρεύτηκε τη Μυροφόρα, με την οποία απέκτησαν 5 παιδιά: τον Γεώργιο, την Ευγενία, τον Χριστόδουλο, τον Κυριάκο και την Κατερίνα. Ο Δημήτρης Μαννούρης, από πολύ μικρός, σε ηλικία 4 ή 5 χρονών, έπιασε δουλειά ως βοηθός του καμηλάρη στο Ναό του Σωτήρος, το Χρυσοσώτηρο. Το επάγγελμα του καμηλάρη ήταν από τις ευπόληπτες για την εποχή εργασίες, εφόσον η καμήλα χρησιμοποιήτο ως μεταφορικό μέσο από όσους ήθελαν να καλύψουν μακρινές αποστάσεις από το απομακρισμένο χωριό. Εκεί δούλεψε μέχρι και τα 19 του χρόνια, δηλαδή μέχρι την κατάταξή του στον Ελληνικό Στρατό στον Ελληνοτουρικό Πόλεμο του 1897. Με το τέλος του πολέμου και την επιστροφή του στην Κύπρο, δούλευε ως αμαξάς, χρησιμοποιώντας το κάρο του για τη διεκπεραίωση της χάραξης του δρόμου Λευκονοίκου - Ακανθούς. Με τη συμπλήρωση των εργασιών, αγόρασε άμαζα, την οποία πούλησε αργότερα, για να αγοράσει λαντό, το οποίο του ήταν απαραίτητο στη νέα του εργασία, ως υπεύθυνος της μεταφοράς του Αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Β' στις περιοδίες του στην Επαρχία Αμμοχώστου. Με τη λήξη της Αρχιεπισκοπικής περιοδείας πούλησε το Λαντό, για να αγοράσει και πάλι άμαξα, αφού φαίνεται ότι το επάγγελμα του αμαξά τον ικανοποιούσε περισσότερο, γι' αυτό και θα αποτελέσει έκτοτε το κύριο βιοποριστικό του επάγγελμα. Ο δυναμικός του χαρακτήρας φαίνεται από το γεγονός ότι εμπλεκόταν συχνά σε φυλετικές μικροδιενέξεις. Αυτό δεν θα πρέπει να παραξενεύει κανένα, ιδιαίτερα όταν συνέβαινε σε περιόδους έντασης ανάμεσα στον Ελληνικό και Τούρκικο πληθυσμό στο νησί. Εξάλλου οι σχέσεις των δύο Κοινοτήτων στην Κύπρο επηρεάζονταν συχνά λόγω της έκρυθμης κατάστασης που επικρατούσε στην Ευρώπη, και ιδιαίτερα όταν διακυβεύονταν τα συμφέροντα των Μητέρων Πατρίδων των δύο Κοινοτήτων, Ελλάδος και Τουρκίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της τεταμένης ατμόσφαιρας που υπήρχε αποτελεί ένα επεισόδιο με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Μαννούρη, το οποίο έλαβε χώρα κατά την περίοδο του Ιταλοτουρκικού Πολέμου το 1911, οπόταν και οι προστριβές Ελληνικού και Τούρκικου πληθισμού της Κύπρου ήταν συχνότερες. Όπως σχετικά περιγράφει ο Παντελίδης στο βιβλίο του αναφερόμενος στο περιστατικό, ο Μαννούρης μαζί με τον αδελφό του, τον Φελλά, κατά τη χρονιά εκείνη, αναμείχθηκαν σε φιλονικεία στο καφενείο ενός τούρκου Ζιά στη Λευκωσία, όπου τα δύο αδέλφια φιλοξενούνταν. Εκεί περικυκλωμένοι από καμία εικοσαριά τούρκους κατάφεραν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τους 18, αμυνόμενοι με ένα πόδι καρέκλας, τραυματίζοντας ανάμεσα σε άλλους και τον τούρκο καφεντζή. Η διαμάχη έλαβε τέλος με την επέμβαση της Αστυνομίας και τη μεταφορά των δύο αδελφών στον Αστυνομικό Σταθμό για ανάκριση εξαιτίας του κτυπήματος που προκάλεσε ο Δημήτριος Μαννούρης στον Ζιά. Τελικά αφέθηκαν ελεύθεροι με το δικαιολογητικό ότι βρίσκονταν σε άμυνα. Το βάπτισμα του πυρός για το Δημήτρη Μαννούρη έγινε το 1897 με τη συμμετοχή του στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο. Το ξέσπασμα του ατυχούς πολέμου δραστηριοποίησε έντονα το ελληνοτουρκικό στοιχείο στο νησί με την αποστολή έμψυχου δυναμικού στο πεδίο των μαχών. Η δημιουργία, εξάλλου, τμημάτων της Εθνικής Εταιρείας στην Κύπρο είχε ως αποτέλεσμα την αποστολή εθελοντών και τη διενέργεια εράνων υπέρ του Εθνικού Αγώνα. Η παρότρυνση για κατάταξη των Ελλήνων του νησιού στον Ελληνικό Στρατό, που γινόταν είτε με τοιχοκολλήσεις αγγελιών για τις αναχωρήσεις των ατμόπλοιων είτε μέσω άρθρων σε τοπικές εφημερίδες, ήταν κάτι περισσότερο από σημαντικη, αφού η συμμετοχή τους θα επιβεβαίωνε την Ελληνική τους ταυτότητα. Έτσι και ο Δημήτρης Μαννούρης σε ηλικία μόλις 19 χρονών έσπευσε να κατατακτεί εθελοντής στον Ελληνικό Στρατό χωρίς όμως να μας είναι γνωστή η ακριβής ημερομηνία της κατάταξής του. Η μόνη πληροφορία που μας προσφέρεται για τους εθελοντές της Ακανθούς, η οποία πιθανόν να ανταποκρίνεται και στον Μαννούρη, προέρχεται από αρχειακή πηγή, σύμφωνα με την οποία στις 27 Μαρτίου του 1897 επιβιβάστηκαν 6 εθελοντές από την Ακανθού στο ατμόπλοιο Ουράνα, για να φτάσουν στην Αθήνα 4 μέρες μετά. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, το 1897, ο Μαννούρης κατατάκτηκε στο Γ' έμπεδο τάγμα στην Αθήνα και πήρε μέρος στη Μάχη του Δομοκού που έγινε στις 5 και 7 Μαϊου, κατά την οποία τραυματίστηκε. Αξίζει να σημειωθεί πως από τους 1000 Κύπριους εθελοντές που έλαβαν μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο, ο Μαννούρης συγκαταλέγεται στους 17 γνωστούς τραυματισθέντες, στοιχείο που δείχνει την ανδρεία και την αγωνιστική του διάθεση. Τραυματίστηκε για πρώτη φορά σε αυτόν τον πόλεμο, ενώ θα ακολουθήσουν ακόμα 3 τραυματισμοί του, στους επόμενους πολέμους που θα λάβει μέρος, αποδεικνύοντας έτσι την ενερό συμμετοχή του στις μάχες. Αν και δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για τη δράση του στο Δομοκό, αυτό που με επιφυλακτικότητα μπορεί να ειπωθεί, είναι πως, αφού η ολότητα των Κυπρίων εθελοντών ήταν ενταγμένοι σε ανεξάρτητο απόσπασμα υπό την ηγεσία του Ταγματάρχη Δ. Τερτίπη, είναι πολύ πιθανόν και ο Μαννούρης να ανήκε στη συγκεκριμένη στρατιωτική μονάδα. Το τέλος του πολέμου, θα πρέπει να συμπίπτει χρονολογικά με τη γνωριμία του, με τη μέλλουσα γυναίκα του, Μυροφόρα. Όπως μας πληροφορεί ο Π. Παντελίδης, την εποχή που ο Μαννούρης βρισκόταν στην Ελλάδα γνώρισε κάποιο Λοϊζο από τη Σύρο, με τον οποίο επισκέφτηκε το νησί των Κυκλάδων αφού τελείωσε ο πόλεμος. Εκεί αρραβωνιάστηκε την κόρη του Λοϊζου, Μυροφόρα, την οποία παντρεύτηκε στην Ακανθού ένα χρόνο αργότερα. Η εκκρηξη του βαλκανοτουρκικού πολέμου το 1912 βρίσκει το ελληνικό στοιχείο του νησιού έτοιμο να συμμετάσχει με οποιονδήποτε τρόπο στον αγώνα. Η έμπρακτη συνεισφορά του αναγόταν πλέον σε αναγκαιότητα, αφού όχι μόνο θα αναιρούσε οποιεσδήποτε προσπάθειες από πλευράς Αγγλικής Διοίκησης, που σκόπευαν να αποκόψουν τους δεσμούς του λαού με τον υπόλοιπο Ελληνισμό, αλλά θα προωθούσε ταυτόχρονα και την ενωτική τους αξίωση. Η επιθυμία των Κυπρίων να κατατακτούν στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, αντιμετώπιζε, όπως θα ήταν αναμενόμενο εμπόδια. Η ουδετερότητα που επέβαλε η Αγγλική Διοίκηση και η άρνηση της Ελληνικής Κυβέρνησης να δεχτεί μεγάλο αριθμό κατατάξεων, για πολιτικούς κυρίως λόγους μιας και οι Κύπριοι ακόμη θεωρούνταν, έστω και τυπικά, Οθωμανοί υπήκοοι, δεν αποτελούσαν εν τέλη εμπόδια ουσίας, αφού από τα μέσα του Οκτώβρη η εισροή εθελοντών ήταν αθρόα. Η έναρξη του πολέμου βρίσκει το Δημήτρη Μαννούρη στη γενέτηρά του, Ακανθού. Μετά τη διένεξή του με έναν αστυνομικό στο Βαρώσι καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός μηνός, την οποία τελικά δεν εξέτινε, αφού με τη βοήθεια ενός φίλου του, του Κουλέρμου δραπέτευσε και μεταφέρθηκε με πλοίο στην Ελλάδα. Από εκεί κατατάκτηκε στο άτακτο σώμα των Ελλήνων γαριβαλδινών και στάλθηκε πιθανόν στο πεδίο των μαχών στην Ήπειρο στις 25 Οκτωβρίου. Έχοντας ως επικεφαλής του τον Αντισυνταγματάρχη Αλέξανδρο Ρώμα πήρε μέρος σε μια σειρά από επιχειρήσεις όπως αυτή των Γρεβενών στη Μακεδονία, του Γρεβενίτι στην Ήπειρο, του Τριστενικο και του Δρίσκου. Στις μάχες του Δρίσκου τραυματίστηκε για δεύτερη φορά. Με το τέλος του Α' Βαλκανικού Πολέμου, και έχοντας στο ενεργητικό του 2 τραυματισμούς προβιβάστηκε σε Λοχία. Ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος, κατά πάσα πιθανότητα βρήκε τον Δημήτρη Μαννούρη στην Ελλάδα, όπου φαίνεται να παρέμεινε μέχρι την επούλωση του τραύματός του. Η επιστροφή στην πατρίδα κατά το μεσοδιάστημα αποτελούσε ένα μακρύ ταξίδι. Έτσι πιστός στο καθήκον του ο Μαννούρης δεν αμέλησε να κατατακτεί και αυτή τη φορά, για να προασπίσει την ακεραιώτητα της Ελλάδας. Σ' αυτό τον πόλεμο κατατάκτηκε στον τακτικό στρατό, πλέον ως λοχίας στον πρώτο λόχο ευζώνων στο Α' Τάγμα του Δ' Συντάγματος. Πολέμισε στη Δωιράνη, στα στενά Κρέσνας και στην Άνω Τζουμαγιά. 'Ανηκε στο Τάγμα του Βελισσαρίου, γνωστού και ως Μαύρου Καβαλλάρη, του οποίου η μονάδα είχε αποδεκατιστεί στην Άνω Τζουμαγιά στις 13 Ιουλίου 1913. Στη μάχη αυτή τραυματίστηκε και ο Μαννούρης για τρίτη φορά. Η προσφορά του Μαννούρη συνεχίστηκε με τη συμμετοχή του στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου λεπτομέριες για τη δράση του, δυστυχώς δεν εντοπίστηκαν. Όπως μας είναι επίσης άγνωστο αν κατά το μεσοδιάστημα των πολέμων βρέθηκε για κάποια περίοδο στην Κύπρο ή αν η παραμονή του στην Ελλάδα ήταν συνεχής. (Η μαρτυρία αναρτήθηκε από το βιβλίο: Ακανθού: ανθρωπογεωγραφική επίδραση στον πολιτισμό και την κοινοτική ζωή: Πρακτικά Δ' Επιστημονικού-Λαογραφικού Συνεδρίου (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών), Λάρνακα: Δήμος Ακανθούς, 2008, σελ. 143-156).
Φωτογραφία του Γεωργίου Φιλίππου Χαλλουμή (Macedonian Mule Corps - MMC)
1 Item
1 φωτογραφία || Ο Γεώργιος Φιλίππου Χαλουμμής γεννήθηκε στο Παλαιχώρι. Ως πιθανή χρονολογία φέρεται το 1890. Γονείς του ήταν οι Φίλιππος και Χατζημαρία Χατζηγιωρκή. Με την σύζυγο του Παναγιωτού Βερδίνα απέκτησαν 3 παιδιά: την Ανδριανή Ανδρέα Στυλιανού, την Αναστασία και την Ειρήνη Συκοπετρίτη. Μαρτυρία Κατερίνας Χατζηκακούλου: Ο Γεώργιος Φιλίππου Χαλουμμής ήταν αδελφός του αντρός μου, Χριστάκη Λεβέντη Μέρουσα, από την πρώτη σύζυγο του πεθερού μου. Πολέμησε στα μέρη της Μακεδονίας ενάντια στους Βουλγάρους. Περνούσε τον άντρα μου καμιά δεκαριά χρόνια. Ο άντρας μου πολέμησε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και οι δυο τους πολέμησαν για την ελευθερία του κόσμου. Όταν ήλθε η Βασίλισσα της Αγγλίας στην Κύπρο, τελευταία, ήθελα να πάω να της πώ: «Δεν είμαι κρίμα που ο κουνιάδος μου και ο άντρας μου πολέμησαν παρά το πλευρό σας για την ελευθερία; Η ελευθερία επικράτησε στους λαούς του κόσμου και μόνο η Κύπρος έμεινε σκλαβωμένη» Η Παναγιώτας Κοτσώνη θυμάται τον παππού της, Γεώργιος Φιλίππου Χαλλουμής που έλεγε ότι πολέμησε στον Ελληνοβουλγαρικό Πόλεμο 1912-1913 και αργότερα στα μέρη της Μακεδονίας και της Τουρκίας, μέχρι το 1921 που γύρισε στην Κύπρο μαζί με άλλους συγχωριανούς του Παλαιχωριάτες μετά τη νίκη τους στο Εσκί-Σεχίρ. Εκείνο που της άρεσε ήταν ένα ποίημα που της έμαθε και το οποίο απάγγελε και ο ίδιος τραγουδιστά σε σκοπό λεβέντικο. Το τραγουδούσαν στο στρατό σε ρυθμό εμβατηρίου κατά τις επιθέσεις τους στο Μπιζάνι. Εύζωνοι και φαντάροι λεβέντες χαρείτε, Και δεν είστε μοναχοί. Τρείς χιλιάδες απ’ την Κύπρο Ήρθαμε σας βοηθοί στην μάχη. Να ζήσουν οι Ευζώνοι μας με τη χρυσή τη φέσα, Που στήσαν τη σημαία μας εις το Μπιζάνι μέσα. Ο Βούλγαρος ο στρατηγός που είναι στη Σαλονίκη Που βάζει στα μαλλιά μπογιά, στο μύστακα βερνίκι, Μόλις το εμυρίστηκε μπαρούτι πως βρωμάει Στα κώλα νέφτι έβαλε και για τη Σοφία πάει. Να ζήσουν οι Ευζώνοι μας με τη χρυσή τη φέσα Που στήσαν τη σημαία μας εις το Μπιζάνι μέσα. Εντύπωση έκανε στον Γεώργιο, όπως έλεγε, που δεν τους φώναζαν Παλαιχωριάτες εκεί στην Μακεδονία αλλά Παλαιχωρίτες. Το Μπιζάνι είναι Ηπειρωτικό χωριό της επαρχίας Δωδώνης, του Νομού Ιωαννίνων. Στο μικρό βουνό της περιοχής είχαν κάνει οχυρωματικά έργα Γερμανοί μηχανικοί και στρατιωτικοί και το οχυρό αυτό κράτησε πολύ καιρό τις επιθέσεις του Ελληνικού στρατού στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1913. Ως τον Δεκέμβριο του 1912 τα Ελληνικά στρατεύματα, με αρχηγό τον Στρατηγό Σαπουντζάκη, έδιναν μάχες για να καταλάβουν το Μπιζάνι χωρίς αποτέλεσμα. Τον Ιανουάριο όμως ενισχύθηκαν με την τέταρτη και την έκτη μεραρχία και με βαρύ πυροβολικό και την αρχηγία πήρε ο Διάδοχος Κωνσταντίνος. Τότε έγιναν δύο επιθέσεις. Η μια στις 7 Ιανουαρίου και η άλλη 19-20 Φεβρουαρίου, με αποτέλεσμα να πέσει με ελιγμό το Μπιζάνι και να ελευθερωθούν τα Ιωάννινα. Η μάχη του Μπιζανίου είναι από τις ενδοξότερες σελίδες της Ιστορίας μας. Σε αυτή πήραν μέρος και οι Παλαιχωριάτες Μακεδονομάχοι. (Μαρτυρίες που αναρτήθηκαν από το βιβλίο: Ψιλλίτα-Ιωάννου, Παναγιώτα, 1997. Κραυγή ελευθερίας: Παλαιχώρι 1901-1974. Λευκωσία, σελ. 14)
Φωτογραφία του Στυλιανού Νικόλα Σπανού Κοκκόνια (Macedonian Mule Corps - MMC)
1 Item
Φωτογραφία του Στυλιανού Νικόλα Σπανού Κοκκόνια


