Φωτογραφία και Μετάλλια του Δημήτρη Μαννούρη (Macedonian Mule Corps - MMC)

1 φωτογραφία και 7 μετάλλια
Σπάνιο και μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία του Κυπριακού εθελοντισμού αποτελεί η περίπτωση του Δημήτρη Μαννούρη από την Ακανθού. Η συνεχής συμμετοχή του στους Ελληνικούς Πολέμους από το 1897 μέχρι και το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελεί πρωτόγνωρο και ανεπανάληπτο παράδειγμα πατριωτισμού και στρατιωτικής αφοσίωσης. Ίσως δε θα υπήρχε καλύτερος τρόπος προσφώνησής του από αυτόν που έδωσε η εφημερίδα Ελευθερία στις 18 Οκτωβρίου 1930, συγκαταλέγοντάς τον στους Κυπρίους Ήρωες, παρουσιάζοντας τη μέχρι τότε πολύχρονη προσφορά του, η οποία, όμως, θα συνεχιζόταν, με ακόμα μια πολεμική συμμετοχή του στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Δημήτρης Μαννούρης του Χατζηγεωργίου γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1878 στην Ακανθού, κωμόπολη της Επαρχίας Αμμοχώστου, λίγες μόνο ημέρες ύστερα από την εγκατάσταση των Βρεττανών στην Κύρπρο και την απροσδόκητη αλλαγή κυριαρχίας. Ανήκε σε μια πενταμελή οικογένεια, έχοντας άλλα 2 αδέλφια, τον Χατζηκυριάκο ή όπως αλλιώς αναφέρεται, Φελλά και την Αθανασού. Το 1898 παντρεύτηκε τη Μυροφόρα, με την οποία απέκτησαν 5 παιδιά: τον Γεώργιο, την Ευγενία, τον Χριστόδουλο, τον Κυριάκο και την Κατερίνα. Ο Δημήτρης Μαννούρης, από πολύ μικρός, σε ηλικία 4 ή 5 χρονών, έπιασε δουλειά ως βοηθός του καμηλάρη στο Ναό του Σωτήρος, το Χρυσοσώτηρο. Το επάγγελμα του καμηλάρη ήταν από τις ευπόληπτες για την εποχή εργασίες, εφόσον η καμήλα χρησιμοποιήτο ως μεταφορικό μέσο από όσους ήθελαν να καλύψουν μακρινές αποστάσεις από το απομακρισμένο χωριό. Εκεί δούλεψε μέχρι και τα 19 του χρόνια, δηλαδή μέχρι την κατάταξή του στον Ελληνικό Στρατό στον Ελληνοτουρικό Πόλεμο του 1897. Με το τέλος του πολέμου και την επιστροφή του στην Κύπρο, δούλευε ως αμαξάς, χρησιμοποιώντας το κάρο του για τη διεκπεραίωση της χάραξης του δρόμου Λευκονοίκου - Ακανθούς. Με τη συμπλήρωση των εργασιών, αγόρασε άμαζα, την οποία πούλησε αργότερα, για να αγοράσει λαντό, το οποίο του ήταν απαραίτητο στη νέα του εργασία, ως υπεύθυνος της μεταφοράς του Αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Β' στις περιοδίες του στην Επαρχία Αμμοχώστου. Με τη λήξη της Αρχιεπισκοπικής περιοδείας πούλησε το Λαντό, για να αγοράσει και πάλι άμαξα, αφού φαίνεται ότι το επάγγελμα του αμαξά τον ικανοποιούσε περισσότερο, γι' αυτό και θα αποτελέσει έκτοτε το κύριο βιοποριστικό του επάγγελμα. Ο δυναμικός του χαρακτήρας φαίνεται από το γεγονός ότι εμπλεκόταν συχνά σε φυλετικές μικροδιενέξεις. Αυτό δεν θα πρέπει να παραξενεύει κανένα, ιδιαίτερα όταν συνέβαινε σε περιόδους έντασης ανάμεσα στον Ελληνικό και Τούρκικο πληθυσμό στο νησί. Εξάλλου οι σχέσεις των δύο Κοινοτήτων στην Κύπρο επηρεάζονταν συχνά λόγω της έκρυθμης κατάστασης που επικρατούσε στην Ευρώπη, και ιδιαίτερα όταν διακυβεύονταν τα συμφέροντα των Μητέρων Πατρίδων των δύο Κοινοτήτων, Ελλάδος και Τουρκίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της τεταμένης ατμόσφαιρας που υπήρχε αποτελεί ένα επεισόδιο με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Μαννούρη, το οποίο έλαβε χώρα κατά την περίοδο του Ιταλοτουρκικού Πολέμου το 1911, οπόταν και οι προστριβές Ελληνικού και Τούρκικου πληθισμού της Κύπρου ήταν συχνότερες. Όπως σχετικά περιγράφει ο Παντελίδης στο βιβλίο του αναφερόμενος στο περιστατικό, ο Μαννούρης μαζί με τον αδελφό του, τον Φελλά, κατά τη χρονιά εκείνη, αναμείχθηκαν σε φιλονικεία στο καφενείο ενός τούρκου Ζιά στη Λευκωσία, όπου τα δύο αδέλφια φιλοξενούνταν. Εκεί περικυκλωμένοι από καμία εικοσαριά τούρκους κατάφεραν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τους 18, αμυνόμενοι με ένα πόδι καρέκλας, τραυματίζοντας ανάμεσα σε άλλους και τον τούρκο καφεντζή. Η διαμάχη έλαβε τέλος με την επέμβαση της Αστυνομίας και τη μεταφορά των δύο αδελφών στον Αστυνομικό Σταθμό για ανάκριση εξαιτίας του κτυπήματος που προκάλεσε ο Δημήτριος Μαννούρης στον Ζιά. Τελικά αφέθηκαν ελεύθεροι με το δικαιολογητικό ότι βρίσκονταν σε άμυνα. Το βάπτισμα του πυρός για το Δημήτρη Μαννούρη έγινε το 1897 με τη συμμετοχή του στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο. Το ξέσπασμα του ατυχούς πολέμου δραστηριοποίησε έντονα το ελληνοτουρκικό στοιχείο στο νησί με την αποστολή έμψυχου δυναμικού στο πεδίο των μαχών. Η δημιουργία, εξάλλου, τμημάτων της Εθνικής Εταιρείας στην Κύπρο είχε ως αποτέλεσμα την αποστολή εθελοντών και τη διενέργεια εράνων υπέρ του Εθνικού Αγώνα. Η παρότρυνση για κατάταξη των Ελλήνων του νησιού στον Ελληνικό Στρατό, που γινόταν είτε με τοιχοκολλήσεις αγγελιών για τις αναχωρήσεις των ατμόπλοιων είτε μέσω άρθρων σε τοπικές εφημερίδες, ήταν κάτι περισσότερο από σημαντικη, αφού η συμμετοχή τους θα επιβεβαίωνε την Ελληνική τους ταυτότητα. Έτσι και ο Δημήτρης Μαννούρης σε ηλικία μόλις 19 χρονών έσπευσε να κατατακτεί εθελοντής στον Ελληνικό Στρατό χωρίς όμως να μας είναι γνωστή η ακριβής ημερομηνία της κατάταξής του. Η μόνη πληροφορία που μας προσφέρεται για τους εθελοντές της Ακανθούς, η οποία πιθανόν να ανταποκρίνεται και στον Μαννούρη, προέρχεται από αρχειακή πηγή, σύμφωνα με την οποία στις 27 Μαρτίου του 1897 επιβιβάστηκαν 6 εθελοντές από την Ακανθού στο ατμόπλοιο Ουράνα, για να φτάσουν στην Αθήνα 4 μέρες μετά. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, το 1897, ο Μαννούρης κατατάκτηκε στο Γ' έμπεδο τάγμα στην Αθήνα και πήρε μέρος στη Μάχη του Δομοκού που έγινε στις 5 και 7 Μαϊου, κατά την οποία τραυματίστηκε. Αξίζει να σημειωθεί πως από τους 1000 Κύπριους εθελοντές που έλαβαν μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο, ο Μαννούρης συγκαταλέγεται στους 17 γνωστούς τραυματισθέντες, στοιχείο που δείχνει την ανδρεία και την αγωνιστική του διάθεση. Τραυματίστηκε για πρώτη φορά σε αυτόν τον πόλεμο, ενώ θα ακολουθήσουν ακόμα 3 τραυματισμοί του, στους επόμενους πολέμους που θα λάβει μέρος, αποδεικνύοντας έτσι την ενερό συμμετοχή του στις μάχες. Αν και δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για τη δράση του στο Δομοκό, αυτό που με επιφυλακτικότητα μπορεί να ειπωθεί, είναι πως, αφού η ολότητα των Κυπρίων εθελοντών ήταν ενταγμένοι σε ανεξάρτητο απόσπασμα υπό την ηγεσία του Ταγματάρχη Δ. Τερτίπη, είναι πολύ πιθανόν και ο Μαννούρης να ανήκε στη συγκεκριμένη στρατιωτική μονάδα. Το τέλος του πολέμου, θα πρέπει να συμπίπτει χρονολογικά με τη γνωριμία του, με τη μέλλουσα γυναίκα του, Μυροφόρα. Όπως μας πληροφορεί ο Π. Παντελίδης, την εποχή που ο Μαννούρης βρισκόταν στην Ελλάδα γνώρισε κάποιο Λοϊζο από τη Σύρο, με τον οποίο επισκέφτηκε το νησί των Κυκλάδων αφού τελείωσε ο πόλεμος. Εκεί αρραβωνιάστηκε την κόρη του Λοϊζου, Μυροφόρα, την οποία παντρεύτηκε στην Ακανθού ένα χρόνο αργότερα. Η εκκρηξη του βαλκανοτουρκικού πολέμου το 1912 βρίσκει το ελληνικό στοιχείο του νησιού έτοιμο να συμμετάσχει με οποιονδήποτε τρόπο στον αγώνα. Η έμπρακτη συνεισφορά του αναγόταν πλέον σε αναγκαιότητα, αφού όχι μόνο θα αναιρούσε οποιεσδήποτε προσπάθειες από πλευράς Αγγλικής Διοίκησης, που σκόπευαν να αποκόψουν τους δεσμούς του λαού με τον υπόλοιπο Ελληνισμό, αλλά θα προωθούσε ταυτόχρονα και την ενωτική τους αξίωση. Η επιθυμία των Κυπρίων να κατατακτούν στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, αντιμετώπιζε, όπως θα ήταν αναμενόμενο εμπόδια. Η ουδετερότητα που επέβαλε η Αγγλική Διοίκηση και η άρνηση της Ελληνικής Κυβέρνησης να δεχτεί μεγάλο αριθμό κατατάξεων, για πολιτικούς κυρίως λόγους μιας και οι Κύπριοι ακόμη θεωρούνταν, έστω και τυπικά, Οθωμανοί υπήκοοι, δεν αποτελούσαν εν τέλη εμπόδια ουσίας, αφού από τα μέσα του Οκτώβρη η εισροή εθελοντών ήταν αθρόα. Η έναρξη του πολέμου βρίσκει το Δημήτρη Μαννούρη στη γενέτηρά του, Ακανθού. Μετά τη διένεξή του με έναν αστυνομικό στο Βαρώσι καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός μηνός, την οποία τελικά δεν εξέτινε, αφού με τη βοήθεια ενός φίλου του, του Κουλέρμου δραπέτευσε και μεταφέρθηκε με πλοίο στην Ελλάδα. Από εκεί κατατάκτηκε στο άτακτο σώμα των Ελλήνων γαριβαλδινών και στάλθηκε πιθανόν στο πεδίο των μαχών στην Ήπειρο στις 25 Οκτωβρίου. Έχοντας ως επικεφαλής του τον Αντισυνταγματάρχη Αλέξανδρο Ρώμα πήρε μέρος σε μια σειρά από επιχειρήσεις όπως αυτή των Γρεβενών στη Μακεδονία, του Γρεβενίτι στην Ήπειρο, του Τριστενικο και του Δρίσκου. Στις μάχες του Δρίσκου τραυματίστηκε για δεύτερη φορά. Με το τέλος του Α' Βαλκανικού Πολέμου, και έχοντας στο ενεργητικό του 2 τραυματισμούς προβιβάστηκε σε Λοχία. Ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος, κατά πάσα πιθανότητα βρήκε τον Δημήτρη Μαννούρη στην Ελλάδα, όπου φαίνεται να παρέμεινε μέχρι την επούλωση του τραύματός του. Η επιστροφή στην πατρίδα κατά το μεσοδιάστημα αποτελούσε ένα μακρύ ταξίδι. Έτσι πιστός στο καθήκον του ο Μαννούρης δεν αμέλησε να κατατακτεί και αυτή τη φορά, για να προασπίσει την ακεραιώτητα της Ελλάδας. Σ' αυτό τον πόλεμο κατατάκτηκε στον τακτικό στρατό, πλέον ως λοχίας στον πρώτο λόχο ευζώνων στο Α' Τάγμα του Δ' Συντάγματος. Πολέμισε στη Δωιράνη, στα στενά Κρέσνας και στην Άνω Τζουμαγιά. 'Ανηκε στο Τάγμα του Βελισσαρίου, γνωστού και ως Μαύρου Καβαλλάρη, του οποίου η μονάδα είχε αποδεκατιστεί στην Άνω Τζουμαγιά στις 13 Ιουλίου 1913. Στη μάχη αυτή τραυματίστηκε και ο Μαννούρης για τρίτη φορά. Η προσφορά του Μαννούρη συνεχίστηκε με τη συμμετοχή του στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου λεπτομέριες για τη δράση του, δυστυχώς δεν εντοπίστηκαν. Όπως μας είναι επίσης άγνωστο αν κατά το μεσοδιάστημα των πολέμων βρέθηκε για κάποια περίοδο στην Κύπρο ή αν η παραμονή του στην Ελλάδα ήταν συνεχής. (Η μαρτυρία αναρτήθηκε από το βιβλίο: Ακανθού: ανθρωπογεωγραφική επίδραση στον πολιτισμό και την κοινοτική ζωή: Πρακτικά Δ' Επιστημονικού-Λαογραφικού Συνεδρίου (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών), Λάρνακα: Δήμος Ακανθούς, 2008, σελ. 143-156).

Show More
 
 
 
 

CREATOR

Ανδρέας Μαννούρης (εγγονός)

DATE

/

LANGUAGE

ell

ITEMS

12

INSTITUTION

Europeana 1914-1918

PROGRESS

START DATE
TRANSCRIBERS
CHARACTERS
LOCATIONS
ENRICHMENTS

Generating story statistics and calculating story completion status!

METADATA

Source

UGC

Contributor

europeana19141918:agent/033447d24e6e06d3a352b0d9785ad63c

Type

Story

Language

ell
Ελληνικά

Country

Europe

DataProvider

Europeana 1914-1918

Provider

Europeana 1914-1918

DatasetName

2020601_Ag_ErsterWeltkrieg_EU

Language

mul

Agent

Ανδρέας Μαννούρης (εγγονός) | europeana19141918:agent/033447d24e6e06d3a352b0d9785ad63c
Δημήτρης Μαννούρης | europeana19141918:agent/69099429ed670df57950f87bc6718da9

Created

2019-09-11T08:31:35.146Z
2020-02-25T08:28:12.118Z
2012-12-02 12:04:20 UTC
2012-12-04 07:46:28 UTC
2012-12-04 07:46:53 UTC
2012-12-04 07:47:15 UTC
2012-12-04 07:47:40 UTC
2012-12-04 07:49:40 UTC
2012-12-04 07:50:04 UTC
2012-12-04 07:51:30 UTC
2012-12-04 07:51:59 UTC
2012-12-04 07:52:32 UTC
2012-12-04 07:53:01 UTC
2012-12-04 07:53:37 UTC
2012-12-04 09:11:50 UTC

Provenance

CY01

Record ID

/2020601/https___1914_1918_europeana_eu_contributions_4600

Discover Similar Stories

 
 
 
 

Φωτογραφία και Μετάλλιο του Παντελή Λουκά (Macedonian Mule Corps - MMC)

2 Items

1 μετάλλιο και 1 μαυρόασπρη φωτογραφία || Ο Παντελή Λουκάς γεννήθηκε στο Παλαιχώρι το 1889. Παντρεύτηκε με την Παναγιώτα Ιωάννη Κιρατζή με την οποία απέκτησαν πέντε παιδιά, τους Ιωάννη, Ξενή, Ανδρέα, Παναή, Αγαθάγγελο και Μαρία. Κατετάγη στον Αγγλικό στρατό το 1916 και πολέμησε στα μέρη της Μακεδονίας και Βουλγαρίας, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σπανού Η Αναστασία Σπανού θυμάται όταν ήταν μικρή, τεσσάρων – πέντε χρονών, πήγαν κάποιοι άντρες στο Παλαιχώρι και μπήκαν στο σπίτι της Λούτζαινας. Φορούσαν μεγάλους στρατιωτικούς σάκους και νόμισα ότι ήταν ζαπτιέδες. Αργότερα έμαθε ότι ήταν στρατιώτες. Ο ένας ήταν ο Λούκας του Παντελή, γιός της Λούτζαινας, ο άλλος ήταν ο αδελφότεχνος του, ο Πολύκαρπος Παναή και ο τρίτος ήταν ο Κυριάκος του Νικόλα Ζιντιλή. (Οι μαρτυρίες αναρτήθηκαν από το βιβλίο: Ψιλλίτα-Ιωάννου, Παναγιώτα, 1997. Κραυγή ελευθερίας: Παλαιχώρι 1901-1974. Λευκωσία, σελ. 10).

Go to:
 
 
 
 

Φωτογραφία και Μετάλλιο του Ξυψιτή Μιχάλη (Macedonian Mule Corps - MMC)

4 Items

1 φωτογραφία, 1 μετάλλιο || Ο Μιχάλης Ξυψιτής Φεννήθηκε στο Παλαιχώρι. Ως πιθανή χρονολογία φέρεται το 1883. Γονείς του ήταν οι Γιάννης Ξυψιτής και Κυριακού Ξυψιτή, το γένος Παπαγιάννη. Με την σύζυγο του Μαρία Θεοδούλου απέκτησαν 5 παιδιά. Τον Ανδρέα, Ανδριανού Μιχαήλ Ξυρίχη, Ιωάννη, Χρίστο και Κυριακού Ξυψιτή. Ο Μιχάλης Ξυψιτής, σύμφωνα με μαρτυρία της νύφης του Ελένης Ανδρέα-Ξυψιτή, έφυγε για τον πόλεμο σε νεαρή ηλικία και επέστρεψε όταν κόντευε τα 40. Η μάνα του είχε κρύψει δύο χρυσές λίρες, να τις βρει ο γιός της όταν θα ερχόταν. Όταν ο Μιχάλης γύρισε, είχαν ήδη πεθάνει και οι δυο γονείς του. Παντρεύτηκε τη Μαρία Θεοδούλου. Ο Μιχάλης Ξυψιτής πήρε μέρος στη μάχη της Κρήτης εναντίων των Τούρκων το 1901, υπό τον Ναύαρχο Πρίγκιπα Γεώργιο. Κατά τις μάχες αυτές τιμήθηκε με ειδικό μετάλλιο. Το τέλος του 1911 συναντούμε τον Μιχάλη Ξυψιτή να διασχίζει τη Μεσόγειο κοντά στον Απόστολο Ανδρέα. Στο ίδιο πλοίο μαζί του ήταν και ο Χριστοφής Σταυρινού Καττής, που είχε ζαλιστεί και βρισκόταν μισοπεθαμένος στο αμπάρι του πλοίου, όταν ξέσπασε μεγάλη τρικυμία. Ο πλοίαρχος έδωσε εντολή να πέσουν όλοι στην θάλασσα, όπως αφηγείται η Ανδριανή Ξυψιτή, κόρη του Μιχάλη Ανδριανή. Αφήγηση Ανδριανής Ξυψιτή: Η μάνα μας μας έλεγε ότι βρισκόταν στον Απόστολο Ανδρέα όταν άρχισαν να κτυπούν οι καμπάνες με το που φάνηκε μια βάττα να την φέρνουν τα κύματα. Την άνοιξαν και είχε μέσα λεφτά, τάμα για τον Απόστολο Ανδρέα και μια σημείωση ‘ότι ήταν από τους Κύπριους, που πήγαιναν να υπερασπιστούν την Μακεδονία. Όταν στα κατοπινά χρόνια παντρεύτηκε τον Μιχάλη Ξυψιτή που ήταν Μακεδονομάχος, του έλεγε για τη βάττα και εκείνος της αφηγήθηκε για την περιπέτεια τους στο πλοίο, που αναφέρεται πιο πάνω. «Φοβηθήκαμε πολύ», της είπε, «κυρίως για τον Χριστοφή Καττή, που ήταν ζαλισμένος. Τον έδεσαν στον φελλό. Η διαταγή ήταν να δεθούμε όλοι στους φελλούς και να πέσουμε στη θάλασσα. Όταν όμως βάλαμε τον οβολό μας στη βάττα και τη ρίξαμε στη θάλασσα, αφού κλείσαμε καλά το στόμα της να μην μπουν μέσα νερά, η τρικυμία σταμάτησε και σωθήκαμε. Φτάσαμε στα μέρη της Μακεδονίας και πήραμε μέρος στους πολέμους των Βουλγάρων». Όπως είχε αφηγηθεί ο Μιχάλης Ξυψιτής στη νύφη του Ελένη, οι πόλεμοι αυτοί ήταν πολύ δύσκολοι. Οι τόποι στους οποίους πολέμησαν ήταν τόποι εύφοροι με πολλά νερά, κληματαριές και ψηλά βουνά. Πήγαιναν σε φάλαγγες οι μουλάρηδες. Άφηναν τις μούλες τους χαμηλά και κουβαλούσαν τα πυρομαχικά στα υψώματα στους ώμους. Ψηλά στα βουνά ήταν οι Βούλγαροι. Κατά τη διάρκεια του Β’ Βαλκανικού Πολέμου πήραν μέρος στις μάχες της Βουλγαρο-Ελληνικής συνοριακής γραμμής στην πόλη Γευγέλη, την οποία απέσπασαν οι Βούλγαροι από τους Τούρκους κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο. Η πλειονότης των κατοίκων της πόλης ήταν Έλληνες. Κατά τη διάρκεια του Β’ Βαλκανικού Πολέμου ελευθέρωσαν την πόλη οι Μακεδονομάχοι. Το 1913, ο Μιχάλης Ξυψιτής και ο Χριστοφής Σταυρινού Καττή, πήραν μέρος στις επιθέσεις για την κατάληψη του Μπιζανιού, που βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της πόλης των Ιωαννίνων. Με την πτώση του Μπιζανιού στις 20 Φεβρουαρίου 1913, απελευθερώθηκαν και τα Ιωάννινα. Εδώ συναντούμε στις αφηγήσεις και άλλους Παλαιχωριάτες, μαζί με πολλούς άλλους Κύπριους. Οι πόλεμοι στα μέρη της Μακεδονίας συνέχισαν μέχρι και το 1918, οπότε αρκετοί Παλαιχωριάτες γύρισαν πίσω. Ο Μιχάλης Ξυψιτής και ο Χριστοφής Σταυρινού Καττής δεν γύρισαν πίσω. Πολέμησαν επίσης στα βάθη της Τουρκίας στο Εσκί-Σεχίρ, όπου πέντε Ελληνικές Μεραρχίες στρατού και μια Ταξιαρχία Ιππικού κατόρθωσαν να καταβάλουν την Τουρκική επίθεση στις 7-8 Ιουλίου 1921. Μετά τη νίκη αυτή γύρισαν στην Κύπρο. Στο Εσκί-Σεχίρ, έλεγε στο γιό του Αντρέα ο Μιχάλης Ξυψιτής, είχαν πάει να φάνε σταφύλι με ένα φίλο του και δέχθηκαν πυροβολισμούς από Τούρκους με αποτέλεσμα να πληγωθεί ο φίλος του. Ο Κωστάκης Ξυρίχης φέρνει στο νου μια άλλη ιστορία που του έλεγε ο παππούς του: «Έκανε μπάνιο στη θάλασσα στην Αίγυπτο με ένα φίλο του, οπότε ξαφνικά ο βυθός της θάλασσας αναταράχθηκε, οι πέτρες γύριζαν ανάποδα και ο φίλος του πνίγηκε. Είχε γίνει υποθαλάσσιος σεισμός». (Οι μαρτυρίες αναρτήθηκαν από το βιβλίο: Ψιλλίτα-Ιωάννου, Παναγιώτα, 1997. Κραυγή ελευθερίας: Παλαιχώρι 1901-1974. Λευκωσία, σελ. )

Go to:
 
 
 
 

Φωτογραφία και Μετάλλιο του Παναή Πολύκαρπου (Macedonian Mule Corps - MMC)

2 Items

Ο Παναής Πολυκάρπου γεννήθηκε στο Παλαιχώρι το 1895. Γονείς του ήταν οι Παναής Λουκά Μουχαρέμης και Σοφία του Παυροπαναή. Σύζυγος του ήταν η Θεοπίστη Παπανικόλα. Με την Θεοπίστη απέκτησαν 5 παιδιά την Μαρία Πουμπουρή, Νίκος Πολυκάρπου, Παναγιώτης Πολυκάρπου, Αντρέας Πολυκάρπου, Σοφία Κωνσταντίνου. «Όταν γύρισε ο Πολύκαρπος του Παναή από τον πόλεμο», λέει η Αναστασία Σπανού « το 1918 ήμουν κορούδα των τεσσάρων–πέντε χρονών. Γεννήθηκα το 1914. Τον θυμάμαι που μπήκε στο σπίτι της Λούτζαινας μαζί με τον Κυριάκο Ζιντίλη και τον Λούκα του Παντελή, γιό της Μαριάνας Λούτζαινας. Νόμισα ότι ήταν ζαπτιέδες, όπως αναφέρω και στην αφήγηση που για τον Λούκα Παντελή και τον Κυριάκο του Ζιντίλη. Ήταν ντυμένοι με τα στρατιωτικά τους». Μαρτυρία Νίκου Πολυκάρπου: Με πολλή συγκίνηση θυμάμαι τις ιστορίες του πατέρα μου από τον πόλεμο του 1912-1913 μέχρι το 1918 στη Μακεδονία. Εκείνο που ιδιαίτερα τον είχε συγκλονίσει ήταν όταν έφτασε ο αγγελιαφόρος με το άλογο του και φώναξε “νενικήσαμεν” «από τη χαρά μου λιποθύμησα», μας έλεγε. « Ήταν πολύ σκληρές οι μάχες που είχαμε στο μέτωπο εκείνο στο Μπιζάνι». Στα βαθιά του γεράματα τον έπιασε μια νοσταλγία να επισκεφθεί τα Ιωάννινα να βρει το στρατόπεδο του και τους φίλους του. Ήταν όμως πολύ γέρος, 95 χρόνων. Δεν μπόρεσα να τον πάρω και μου έμεινε ο καημός του. Από τον πόλεμο αυτό είχε φέρει μαζί του τρία μετάλλια. Το ένα το παρέδωσε στους Άγγλους μαζί με άλλους, ομαδικά, κατά τη διάρκεια του Αγώνα της ΕΟΚΑ. Το άλλο το επέστρεψε στους Άγγλους σαν ένδειξη διαμαρτυρίας για την εκτέλεση του Μιχαλάκη Καραολή. Την επιστροφή αυτή του μεταλλίου είχε μεταδώσει το ραδιόφωνο από την Ελλάδα στο πρόγραμμα «Φωνή της Πατρίδας» Ο εκφωνητής τον είχε αναφέρει σαν Πόλυ Παναγή. Αυτός ήταν και ο λόγος που όλοι από τότε τον φώναζαν στο χωριό Πόλυ αντί Πολύκαρπο. Το 1963 όταν ήλθε στην Κύπρο η Ελληνική Μεραρχία, εγώ ήμουν μέσα στους λόχους του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη και ο πατέρας μου το ήξερε. Ζητούσε να τον φέρω σε επικοινωνία με Έλληνες αξιωματικούς να τους σφίξει στην αγκαλιά του. Τόσο μεγάλη ήταν η αγάπη του για την Ελλάδα. (Οι μαρτυρίες αναρτήθηκαν από το βιβλίο: Ψιλλίτα-Ιωάννου, Παναγιώτα, 1997. Κραυγή ελευθερίας: Παλαιχώρι 1901-1974. Λευκωσία, σελ. 9). || 1 φωτογραφία και 1 μετάλλιο

Go to: