Απόστολος Δημήτρη (Macedonian Mule Corps - MMC)

Ο Απόστολος Δημήτρη γεννήθηκε στο χωριό Τρυπημένη Αμμοχώστου και ήταν αδελφός του Γιάκουμου Δημήτρη. Κατετάγη ως ημιονηγός στο Σώμα Ημιονηγών και υπηρέτησε στο Μακεδονικό Μέτωπο κατά τα έτη 1914-1918. Δεν επέστρεψε ποτέ. Υπάρχουν πληροφορίες ότι σκοτώθηκε στον πόλεμο ή πήγε στην Αμερική.
1 φωτογραφία μεταλλίου που απονεμήθηκε σε όλους τους ημιονηγούς του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου

Show More
 
 
 
 

CREATOR

Ανδρέας Νικολαΐδης (συγγραφέας)

DATE

1914 - 1918

LANGUAGE

ell

ITEMS

0

INSTITUTION

Europeana 1914-1918

PROGRESS

START DATE
TRANSCRIBERS
CHARACTERS
LOCATIONS
ENRICHMENTS

Generating story statistics and calculating story completion status!

METADATA

Source

UGC

Contributor

europeana19141918:agent/03e1388a085bcf9fbf934d55375f7446

Date

1914
1918

Type

Story

Language

ell
Ελληνικά

Country

Europe

DataProvider

Europeana 1914-1918

Provider

Europeana 1914-1918

Year

1918
1914

DatasetName

2020601_Ag_ErsterWeltkrieg_EU

Begin

1914

End

1918

Language

mul

Agent

Ανδρέας Νικολαΐδης (συγγραφέας) | europeana19141918:agent/03e1388a085bcf9fbf934d55375f7446
Απόστολος Δημήτρη | europeana19141918:agent/84d472f1730cc69770193de0cd73209e

Created

2019-09-11T08:12:31.414Z
2020-02-25T08:08:37.641Z
2013-01-09 07:44:10 UTC
2013-01-10 09:44:42 UTC

Provenance

CY01

Record ID

/2020601/https___1914_1918_europeana_eu_contributions_4820

Discover Similar Stories

 
 
 
 

Φωτογραφία και Μετάλλια του Δημήτρη Μαννούρη (Macedonian Mule Corps - MMC)

12 Items

1 φωτογραφία και 7 μετάλλια || Σπάνιο και μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία του Κυπριακού εθελοντισμού αποτελεί η περίπτωση του Δημήτρη Μαννούρη από την Ακανθού. Η συνεχής συμμετοχή του στους Ελληνικούς Πολέμους από το 1897 μέχρι και το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελεί πρωτόγνωρο και ανεπανάληπτο παράδειγμα πατριωτισμού και στρατιωτικής αφοσίωσης. Ίσως δε θα υπήρχε καλύτερος τρόπος προσφώνησής του από αυτόν που έδωσε η εφημερίδα Ελευθερία στις 18 Οκτωβρίου 1930, συγκαταλέγοντάς τον στους Κυπρίους Ήρωες, παρουσιάζοντας τη μέχρι τότε πολύχρονη προσφορά του, η οποία, όμως, θα συνεχιζόταν, με ακόμα μια πολεμική συμμετοχή του στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Δημήτρης Μαννούρης του Χατζηγεωργίου γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1878 στην Ακανθού, κωμόπολη της Επαρχίας Αμμοχώστου, λίγες μόνο ημέρες ύστερα από την εγκατάσταση των Βρεττανών στην Κύρπρο και την απροσδόκητη αλλαγή κυριαρχίας. Ανήκε σε μια πενταμελή οικογένεια, έχοντας άλλα 2 αδέλφια, τον Χατζηκυριάκο ή όπως αλλιώς αναφέρεται, Φελλά και την Αθανασού. Το 1898 παντρεύτηκε τη Μυροφόρα, με την οποία απέκτησαν 5 παιδιά: τον Γεώργιο, την Ευγενία, τον Χριστόδουλο, τον Κυριάκο και την Κατερίνα. Ο Δημήτρης Μαννούρης, από πολύ μικρός, σε ηλικία 4 ή 5 χρονών, έπιασε δουλειά ως βοηθός του καμηλάρη στο Ναό του Σωτήρος, το Χρυσοσώτηρο. Το επάγγελμα του καμηλάρη ήταν από τις ευπόληπτες για την εποχή εργασίες, εφόσον η καμήλα χρησιμοποιήτο ως μεταφορικό μέσο από όσους ήθελαν να καλύψουν μακρινές αποστάσεις από το απομακρισμένο χωριό. Εκεί δούλεψε μέχρι και τα 19 του χρόνια, δηλαδή μέχρι την κατάταξή του στον Ελληνικό Στρατό στον Ελληνοτουρικό Πόλεμο του 1897. Με το τέλος του πολέμου και την επιστροφή του στην Κύπρο, δούλευε ως αμαξάς, χρησιμοποιώντας το κάρο του για τη διεκπεραίωση της χάραξης του δρόμου Λευκονοίκου - Ακανθούς. Με τη συμπλήρωση των εργασιών, αγόρασε άμαζα, την οποία πούλησε αργότερα, για να αγοράσει λαντό, το οποίο του ήταν απαραίτητο στη νέα του εργασία, ως υπεύθυνος της μεταφοράς του Αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Β' στις περιοδίες του στην Επαρχία Αμμοχώστου. Με τη λήξη της Αρχιεπισκοπικής περιοδείας πούλησε το Λαντό, για να αγοράσει και πάλι άμαξα, αφού φαίνεται ότι το επάγγελμα του αμαξά τον ικανοποιούσε περισσότερο, γι' αυτό και θα αποτελέσει έκτοτε το κύριο βιοποριστικό του επάγγελμα. Ο δυναμικός του χαρακτήρας φαίνεται από το γεγονός ότι εμπλεκόταν συχνά σε φυλετικές μικροδιενέξεις. Αυτό δεν θα πρέπει να παραξενεύει κανένα, ιδιαίτερα όταν συνέβαινε σε περιόδους έντασης ανάμεσα στον Ελληνικό και Τούρκικο πληθυσμό στο νησί. Εξάλλου οι σχέσεις των δύο Κοινοτήτων στην Κύπρο επηρεάζονταν συχνά λόγω της έκρυθμης κατάστασης που επικρατούσε στην Ευρώπη, και ιδιαίτερα όταν διακυβεύονταν τα συμφέροντα των Μητέρων Πατρίδων των δύο Κοινοτήτων, Ελλάδος και Τουρκίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της τεταμένης ατμόσφαιρας που υπήρχε αποτελεί ένα επεισόδιο με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Μαννούρη, το οποίο έλαβε χώρα κατά την περίοδο του Ιταλοτουρκικού Πολέμου το 1911, οπόταν και οι προστριβές Ελληνικού και Τούρκικου πληθισμού της Κύπρου ήταν συχνότερες. Όπως σχετικά περιγράφει ο Παντελίδης στο βιβλίο του αναφερόμενος στο περιστατικό, ο Μαννούρης μαζί με τον αδελφό του, τον Φελλά, κατά τη χρονιά εκείνη, αναμείχθηκαν σε φιλονικεία στο καφενείο ενός τούρκου Ζιά στη Λευκωσία, όπου τα δύο αδέλφια φιλοξενούνταν. Εκεί περικυκλωμένοι από καμία εικοσαριά τούρκους κατάφεραν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τους 18, αμυνόμενοι με ένα πόδι καρέκλας, τραυματίζοντας ανάμεσα σε άλλους και τον τούρκο καφεντζή. Η διαμάχη έλαβε τέλος με την επέμβαση της Αστυνομίας και τη μεταφορά των δύο αδελφών στον Αστυνομικό Σταθμό για ανάκριση εξαιτίας του κτυπήματος που προκάλεσε ο Δημήτριος Μαννούρης στον Ζιά. Τελικά αφέθηκαν ελεύθεροι με το δικαιολογητικό ότι βρίσκονταν σε άμυνα. Το βάπτισμα του πυρός για το Δημήτρη Μαννούρη έγινε το 1897 με τη συμμετοχή του στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο. Το ξέσπασμα του ατυχούς πολέμου δραστηριοποίησε έντονα το ελληνοτουρκικό στοιχείο στο νησί με την αποστολή έμψυχου δυναμικού στο πεδίο των μαχών. Η δημιουργία, εξάλλου, τμημάτων της Εθνικής Εταιρείας στην Κύπρο είχε ως αποτέλεσμα την αποστολή εθελοντών και τη διενέργεια εράνων υπέρ του Εθνικού Αγώνα. Η παρότρυνση για κατάταξη των Ελλήνων του νησιού στον Ελληνικό Στρατό, που γινόταν είτε με τοιχοκολλήσεις αγγελιών για τις αναχωρήσεις των ατμόπλοιων είτε μέσω άρθρων σε τοπικές εφημερίδες, ήταν κάτι περισσότερο από σημαντικη, αφού η συμμετοχή τους θα επιβεβαίωνε την Ελληνική τους ταυτότητα. Έτσι και ο Δημήτρης Μαννούρης σε ηλικία μόλις 19 χρονών έσπευσε να κατατακτεί εθελοντής στον Ελληνικό Στρατό χωρίς όμως να μας είναι γνωστή η ακριβής ημερομηνία της κατάταξής του. Η μόνη πληροφορία που μας προσφέρεται για τους εθελοντές της Ακανθούς, η οποία πιθανόν να ανταποκρίνεται και στον Μαννούρη, προέρχεται από αρχειακή πηγή, σύμφωνα με την οποία στις 27 Μαρτίου του 1897 επιβιβάστηκαν 6 εθελοντές από την Ακανθού στο ατμόπλοιο Ουράνα, για να φτάσουν στην Αθήνα 4 μέρες μετά. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, το 1897, ο Μαννούρης κατατάκτηκε στο Γ' έμπεδο τάγμα στην Αθήνα και πήρε μέρος στη Μάχη του Δομοκού που έγινε στις 5 και 7 Μαϊου, κατά την οποία τραυματίστηκε. Αξίζει να σημειωθεί πως από τους 1000 Κύπριους εθελοντές που έλαβαν μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο, ο Μαννούρης συγκαταλέγεται στους 17 γνωστούς τραυματισθέντες, στοιχείο που δείχνει την ανδρεία και την αγωνιστική του διάθεση. Τραυματίστηκε για πρώτη φορά σε αυτόν τον πόλεμο, ενώ θα ακολουθήσουν ακόμα 3 τραυματισμοί του, στους επόμενους πολέμους που θα λάβει μέρος, αποδεικνύοντας έτσι την ενερό συμμετοχή του στις μάχες. Αν και δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για τη δράση του στο Δομοκό, αυτό που με επιφυλακτικότητα μπορεί να ειπωθεί, είναι πως, αφού η ολότητα των Κυπρίων εθελοντών ήταν ενταγμένοι σε ανεξάρτητο απόσπασμα υπό την ηγεσία του Ταγματάρχη Δ. Τερτίπη, είναι πολύ πιθανόν και ο Μαννούρης να ανήκε στη συγκεκριμένη στρατιωτική μονάδα. Το τέλος του πολέμου, θα πρέπει να συμπίπτει χρονολογικά με τη γνωριμία του, με τη μέλλουσα γυναίκα του, Μυροφόρα. Όπως μας πληροφορεί ο Π. Παντελίδης, την εποχή που ο Μαννούρης βρισκόταν στην Ελλάδα γνώρισε κάποιο Λοϊζο από τη Σύρο, με τον οποίο επισκέφτηκε το νησί των Κυκλάδων αφού τελείωσε ο πόλεμος. Εκεί αρραβωνιάστηκε την κόρη του Λοϊζου, Μυροφόρα, την οποία παντρεύτηκε στην Ακανθού ένα χρόνο αργότερα. Η εκκρηξη του βαλκανοτουρκικού πολέμου το 1912 βρίσκει το ελληνικό στοιχείο του νησιού έτοιμο να συμμετάσχει με οποιονδήποτε τρόπο στον αγώνα. Η έμπρακτη συνεισφορά του αναγόταν πλέον σε αναγκαιότητα, αφού όχι μόνο θα αναιρούσε οποιεσδήποτε προσπάθειες από πλευράς Αγγλικής Διοίκησης, που σκόπευαν να αποκόψουν τους δεσμούς του λαού με τον υπόλοιπο Ελληνισμό, αλλά θα προωθούσε ταυτόχρονα και την ενωτική τους αξίωση. Η επιθυμία των Κυπρίων να κατατακτούν στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, αντιμετώπιζε, όπως θα ήταν αναμενόμενο εμπόδια. Η ουδετερότητα που επέβαλε η Αγγλική Διοίκηση και η άρνηση της Ελληνικής Κυβέρνησης να δεχτεί μεγάλο αριθμό κατατάξεων, για πολιτικούς κυρίως λόγους μιας και οι Κύπριοι ακόμη θεωρούνταν, έστω και τυπικά, Οθωμανοί υπήκοοι, δεν αποτελούσαν εν τέλη εμπόδια ουσίας, αφού από τα μέσα του Οκτώβρη η εισροή εθελοντών ήταν αθρόα. Η έναρξη του πολέμου βρίσκει το Δημήτρη Μαννούρη στη γενέτηρά του, Ακανθού. Μετά τη διένεξή του με έναν αστυνομικό στο Βαρώσι καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός μηνός, την οποία τελικά δεν εξέτινε, αφού με τη βοήθεια ενός φίλου του, του Κουλέρμου δραπέτευσε και μεταφέρθηκε με πλοίο στην Ελλάδα. Από εκεί κατατάκτηκε στο άτακτο σώμα των Ελλήνων γαριβαλδινών και στάλθηκε πιθανόν στο πεδίο των μαχών στην Ήπειρο στις 25 Οκτωβρίου. Έχοντας ως επικεφαλής του τον Αντισυνταγματάρχη Αλέξανδρο Ρώμα πήρε μέρος σε μια σειρά από επιχειρήσεις όπως αυτή των Γρεβενών στη Μακεδονία, του Γρεβενίτι στην Ήπειρο, του Τριστενικο και του Δρίσκου. Στις μάχες του Δρίσκου τραυματίστηκε για δεύτερη φορά. Με το τέλος του Α' Βαλκανικού Πολέμου, και έχοντας στο ενεργητικό του 2 τραυματισμούς προβιβάστηκε σε Λοχία. Ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος, κατά πάσα πιθανότητα βρήκε τον Δημήτρη Μαννούρη στην Ελλάδα, όπου φαίνεται να παρέμεινε μέχρι την επούλωση του τραύματός του. Η επιστροφή στην πατρίδα κατά το μεσοδιάστημα αποτελούσε ένα μακρύ ταξίδι. Έτσι πιστός στο καθήκον του ο Μαννούρης δεν αμέλησε να κατατακτεί και αυτή τη φορά, για να προασπίσει την ακεραιώτητα της Ελλάδας. Σ' αυτό τον πόλεμο κατατάκτηκε στον τακτικό στρατό, πλέον ως λοχίας στον πρώτο λόχο ευζώνων στο Α' Τάγμα του Δ' Συντάγματος. Πολέμισε στη Δωιράνη, στα στενά Κρέσνας και στην Άνω Τζουμαγιά. 'Ανηκε στο Τάγμα του Βελισσαρίου, γνωστού και ως Μαύρου Καβαλλάρη, του οποίου η μονάδα είχε αποδεκατιστεί στην Άνω Τζουμαγιά στις 13 Ιουλίου 1913. Στη μάχη αυτή τραυματίστηκε και ο Μαννούρης για τρίτη φορά. Η προσφορά του Μαννούρη συνεχίστηκε με τη συμμετοχή του στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου λεπτομέριες για τη δράση του, δυστυχώς δεν εντοπίστηκαν. Όπως μας είναι επίσης άγνωστο αν κατά το μεσοδιάστημα των πολέμων βρέθηκε για κάποια περίοδο στην Κύπρο ή αν η παραμονή του στην Ελλάδα ήταν συνεχής. (Η μαρτυρία αναρτήθηκε από το βιβλίο: Ακανθού: ανθρωπογεωγραφική επίδραση στον πολιτισμό και την κοινοτική ζωή: Πρακτικά Δ' Επιστημονικού-Λαογραφικού Συνεδρίου (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών), Λάρνακα: Δήμος Ακανθούς, 2008, σελ. 143-156).

Go to:
 
 
 
 

Μιχαηλίδης Μιχαήλ (Macedonian Mule Corps - MMC)

1 Item

1 φωτογραφία μεταλλίου που απονεμήθηκε σε όλους τους ημιονηγούς του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου. || Ο Μιχαηλίδης Μιχαήλ γεννήθηκε στο Παλαιχώρι. Ως πιθανή χρονολογία φέρεται το 1900. Γονείς του ήταν οι Παναής Μιχαηλίδης και Παναγιωτού Αργυρού. Με την σύζυγος του Σοφία Σάββα Πάτσαλου απέκτησαν τον Ανδρέα Μιχαηλίδη. Ο Μιχαήλ Μιχαηλίδης κατατάχθηκε στον Αγγλικό στρατό το 1918 κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πήρε μέρος στην επίθεση των συμμαχικών ελληνικών δυνάμεων εναντίων των Βουλγάρων στο Βαλκανικό μέτωπο. Κατά την επίθεση αυτή οι Βούλγαροι ηττήθηκαν, υποχρεώθηκαν να τραπούν εις φυγή και να ζητήσουν ανακωχή. Ταυτόχρονα είχε συλληφθεί αιχμάλωτη και η Γερμανική στρατιά, που συμπολεμούσε με τους Βουλγάρους. Ο Μιχαήλ Μιχαηλίδης είχε τιμηθεί με τιμητικό μετάλλιο από τους Άγγλους, μαζί με τους οποίους είχε πολεμήσει, το οποίο είχε στην κατοχή του ο γιός του Ανδρέας Μιχαηλίδης και το οποίο επέστρεψε στους Άγγλους, κατά τη διάρκεια του Αγώνα της ΕΟΚΑ, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την στάση των Άγγλων έναντι της Κύπρου. (Οι μαρτυρίες αναρτήθηκαν μέσα από το βιβλίο: Ψιλλίτα-Ιωάννου, Παναγιώτα, 1997. Κραυγή ελευθερίας: Παλαιχώρι 1901-1974. Λευκωσία, σελ. 8).

Go to:
 
 
 
 

Δαμιανός Ιωάννης (Macedonian Mule Corps - MMC)

1 Item

1 φωτογραφία μετάλλιου που απονεμήθηκε σε όλους τους ημιονηγούς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου || O Δαμιανός Ιωάννης γεννήθηκε στο Παλαιχώρι το 1900 απο τους Δαμιανό Λευκαρίτη και Παναγιώτα Δαμιανού. Παντρεύτηκε την Ευλαμπία Κυριάκου με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά, τους Ανδρέα Μιαούλη, Μαρία Αγαθαγγέλου Λουκά και Κίκη Ιωάννου Πήρε μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον Ελληνικό στρατό σαν ημιονηγός υπο τον αριθμό μητρώου (MMC muleteer 5472), μαζί με άλλους Παλαιχωριάτες και τον Απόστολο Αργυρού, με τον οποίο ήταν πολύ καλοί φίλοι. Ο γιος του Ανδρέας Μιαούλης θυμάται μια φωτογραφία του πατέρα του μαζί με τον Απόστολο Αργυρού, ντυμένοι και οι δύο με τη στρατιωτική στολή τους, τη χαρακτηριστική στρατιωτική κιλότα που φορούσε ο Παύλος Μελάς. (Οι μαρτυρίες αναρτήθηκαν από το βιβλίο: Ψιλλίτα-Ιωάννου, Παναγιώτα, 1997. Κραυγή ελευθερίας: Παλαιχώρι 1901-1974. Λευκωσία, σελ. 5).

Go to: