Παντελή Γεώργιος Φυρής (Macedonian Mule Corps - MMC)
Ο Παντελή Γεώργιος Φυρής γεννήθηκε στο Παλαιχώρι το 1891. Γονείς του ήταν οι Ιωάννης Παντελή και Μαριάννα. Με την σύζυγο του Σοφία Νικόλα απέκτησαν 6 παιδιά. Τον Ανδρέα, Γιάννη, Μαρία, Αγγελική, Σπύρο και Χριστόφορο.
Μαρτυρία Ανδρέα Παντελή: Ο πατέρας μου πήρε μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο από το 1914 μέχρι το 1918 στα μέρη της Μακεδονίας. Πολέμησε μαζί με άλλους Παλαιχωριάτες εναντίον των Βουλγάρων.
Έχω ένα μετάλλιο του από τον πόλεμο αυτό. Το έλεγε ‘πεντόλιρα’. Με αυτό το μετάλλιο μας ανέθρεψε. Το έβαζε ενέχυρο και ψώνιζε. Ήταν μεγάλη φτώχεια τότε. Μάζευε λεφτά, το έπαιρνε πίσω και το ξανάβαζε πάλι. Το έχω αυτό το παράσημο και είναι ένα κειμήλιο μεγάλης σημασίας για την οικογένεια μας.
(Οι μαρτυρίες που αναρτήθηκαν από το βιβλίο: Ψιλλίτα-Ιωάννου, Παναγιώτα, 1997. Κραυγή ελευθερίας: Παλαιχώρι 1901-1974. Λευκωσία, σελ. 9)
1 φωτογραφία μεταλλίου που απονεμήθηκε σε όλους τους ημιονηγούς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
CREATOR
Ανδρέα Παντελή
DATE
1914 - 1918
LANGUAGE
ell
ITEMS
1
INSTITUTION
Europeana 1914-1918
PROGRESS
METADATA
Discover Similar Stories
Φωτογραφία του Γεώργιου Παντελή Παρτού (Macedonian Mule Corps - MMC)
2 Items
1 φωτογραφία και 1 απόκομμα Εφημερίδας των Αθηνών Καθημερινή || Ο Γεώργιος Παντελή Παρτός γεννήθηκε στο χωριό Άσσια, επαρχίας Αμμοχώστου απο τους Παντελή Παρτού και Χρυστάλλα Παρτού. Με την σύζυγο του Ουρανία Αντώνη Ττούμπουρου απέκτησαν 5 παιδιά: τους Αντρέα (απεβίωσε), Χρυστάλλα (απεβίωσε), Κούλλα (απεβίωσε,) Αρτέμη (απεβίωσε) και Παντελή Παρτού (εν ζωή). Ο Γεώργιος Παντελή Παρτός πήγε στην Ελλάδα το 1914. Το 1916 ενεγράφη στην Εθνική Άμυνα, που είχε ιδρύσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Υπηρέτησε ως επιλοχίας στον 3ο λόχο της μεραρχίας Σερρών, υπό τον Μέραρχον Ζυμβρακάκη. Στη συνέχεια πήρε μέρος και πολέμησε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο στο Σώμα Ημιονηγών. Η Μικρασιατική εκστρατεία που ακολούθησε, τον βρήκε ξανά πολεμιστή στα αφιλόξενα βουνά, στις πεδιάδες και τις ερήμους της Μικράς Ασίας. Έζησε όλη την τραγωδία της υποχώρησης και το δράμα της Μικρασιατικής καταστροφής. Το 1923 γύρισε στην Κύπρο για να βρεθεί ξανά εθελοντής στρατιώτης στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπηρέτησε αρχικά στην Παλαιστίνη, μετά στην Αφρική και τέλος στο Μόντε Κασίνο της Ιταλίας. Διατηρούσε καφεστιατόριο στην Άσσια από τα εφηβικά του χρόνια μέχρι την Τουρκική Εισβολή και την 1η μέρα της Τουρκικής Εισβολής οι Τούρκοι σκότωσαν την γυναίκα του. Στη συνέχεια μετά την Τουρκική Εισβολή μετανάστευσε στην Αυστραλία, μετά ήρθε για λίγο χρονικό διάστημα στην Κύπρο και στη συνέχεια πήγε στο Λονδίνο και απεβίωσε εκεί. Τάφηκε στην Αγγλία. Πολύ παραστατικό είναι ένα δημοσίευμα της εφημερίδας των Αθηνών «Καθημερινή», το οποίο βρέθηκε σχεδόν κατεστραμμένο πίσω από μια φωτογραφία του Γεώργιου Παρτού που εμφανιζόταν με τη στρατιωτική του στολή, όταν υπηρετούσε στον Ελληνικό στρατό. Μέσα στο πλαίσιο είναι γραμμένο το εξής σημείωμα: ΟΙ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ΚΥΠΡΙΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ Οι Αθηναίοι είχον περιζώσει χθες μίαν ομάδα Κυπρίων στρατιωτών, οι οποίοι ήλθον δια να πολεμήσουν υπέρ της Μητρός Πατρίδος. Οι Κύπριοι Εθελοντές αρρενωποί, ηλιοκαμένοι, αποφασιστικοί, ήσαν αντικείμενο μεγάλου ενθουσιασμού εκ μέρους των αδελφών Ελλήνων. Όταν μάλιστα κάποιος από τους ηρωικούς αυτούς νέους, είπε ότι η Κύπρος, η θυγάτηρ της αγωνιζόμενης μητρός, έσπευσεν εις το πλευρόν της πριν καν ακούση την πρόσκλσίν της, εσχηματίσθη μικρά διαδήλωσις, η οποία κατήλθε την οδόν Σταδίου με ζητωκραυγάς και με θούρια. Και το θέαμα ήτο από τα συγκινητικότερα.\n (Οι μαρτυρίεα αναρτήθηκε από το βιβλίο: Νίκα, Γιάννης. Αναπολώντας τον αγώνα του 1955-59: προσωπικές μαρτυρίες, Λευκωσία: Κ. Επιφανίου, 2003, σελ. 21-22).
Φωτογραφία και Μετάλλιο του Παντελή Λουκά (Macedonian Mule Corps - MMC)
2 Items
1 μετάλλιο και 1 μαυρόασπρη φωτογραφία || Ο Παντελή Λουκάς γεννήθηκε στο Παλαιχώρι το 1889. Παντρεύτηκε με την Παναγιώτα Ιωάννη Κιρατζή με την οποία απέκτησαν πέντε παιδιά, τους Ιωάννη, Ξενή, Ανδρέα, Παναή, Αγαθάγγελο και Μαρία. Κατετάγη στον Αγγλικό στρατό το 1916 και πολέμησε στα μέρη της Μακεδονίας και Βουλγαρίας, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σπανού Η Αναστασία Σπανού θυμάται όταν ήταν μικρή, τεσσάρων – πέντε χρονών, πήγαν κάποιοι άντρες στο Παλαιχώρι και μπήκαν στο σπίτι της Λούτζαινας. Φορούσαν μεγάλους στρατιωτικούς σάκους και νόμισα ότι ήταν ζαπτιέδες. Αργότερα έμαθε ότι ήταν στρατιώτες. Ο ένας ήταν ο Λούκας του Παντελή, γιός της Λούτζαινας, ο άλλος ήταν ο αδελφότεχνος του, ο Πολύκαρπος Παναή και ο τρίτος ήταν ο Κυριάκος του Νικόλα Ζιντιλή. (Οι μαρτυρίες αναρτήθηκαν από το βιβλίο: Ψιλλίτα-Ιωάννου, Παναγιώτα, 1997. Κραυγή ελευθερίας: Παλαιχώρι 1901-1974. Λευκωσία, σελ. 10).
Ημερολόγιο και Φωτογραφία του Σοφοκλή Λοϊζου Παντελή (Macedonian Mule Corps - MMC)
11 Items
Ο Σοφόκλης Λοϊζου Παντελή γεννήθηκε στον Κάθικα το 1899 και απεβίωσε το 1977. Παντρεύτηκε με την Ελένη Ιωάννου (Κάθηκα) το 1925. Με την Ελένη απέκτησαν 6 παιδιά. Την Μαρία, Θεογνωσία (απεβίωσε 2006), Δημήτρης, Αργυρώ, Όμηρο και Άννα. Ο Σοφόκλης Λοϊζου Παντελή κατετάγη σαν μουλάρης (muleteer) 1/11/1917 στο Μακεδονικό μέτωπο (MMC Με αριθμό μητρώου 9267). Από την Αμμόχωστο πήγε με πλοίο στην Μήλο και μετά στην Θεσσαλονίκη σε 3 μέρες. Αργότερα πήγε στον λόχο του 208 που ενέδρευε στην Καλαμαρία. Στις 1 Σεπτεμβρίου 1918 μεταβιβάστηκε στο Κιλκίς και από εκεί πήγε στον μέτωπο και μετέφερε τρόφιμα στον ελληνικό στρατό. Είδε μάχες που γίνονταν και έφτασε στα χαρακώματατα που είχε σκοτωμένους Βούλγαρους μεταξύ τους και ένα παιδί. Έμειναν εκεί για μερικές μέρες. Υπολογίζεται ότι επέστρεψε πίσω στην Κύπρο το 1918. Ο Σοφόκλης Λοϊζου Παντελή μέσα στο ημερολόγιο του καταγράφει το εξής: 1 Νοεμβρίου 1917 Έφυγα και πήγα εις τες μούλες. Έφθασα εις Αμμόχωστο καλά στις 28 Νοεμβρίου εμπήκα εις το βαπόρι και εις τες τρείς ημέρες έφθασα εις την νήσο Μήλο. Φύγαμε από εκεί, εφθάσαμε εις Θεσσαλονίκη καλά εις τες 10 Δεκεμβρίου και στες 16 Ιανουαρίου έφυγα και πήγαμε στο λόχο μου στην Καλαμαριά 208 και εργαζόμουν εκεί μέσα καλά και την Λαμπρή επήγαμε εις την εκκλησία Αγία Σοφία. 1 Σεπτεμβρίου 1918 φύγαμε και επήγαμε εις την γραμμή, πρώτον εφθάσαμε εις Κιλκλίς λέξη Δερμάτινα Σιτέλια στη συνέχεια πήγαμε και επήραμε τροφή εις τον Ελληνικό Στρατό και είδαμε την φωτιά του πολέμου και κανονιές και σφαίρες και εφοβηθήκαμε πολλά. Έπειτα εσταφήκαμε.Άλλαξε η ζωή μας εκεί είδαμε τα μεγάλα χαρακώματα τους βούλγαρους και νεκρούς πολλούς και αποθήκες οβίδες εκεί μέσα εσκοτώθει ένα μικρό παιδί μικρό και επληγώθηκα και έπειτα εις Τρώμνιστα, Καρίνα εις Κασταρίνα, Βάσταβα,Καραμούλη, Πάμπαβα, Κιβεσνά, Λυκένβαστη, Μάταση, Στρίμονα, Σέρρες, Σουπάστα, Βαρμούσα, Τιμολέα, Μόρνα, Βιούσα, Αλγιάτιον. Επίσης στο ημερολόγιο αναγράφονται και ποιήματα που έγραψε ο εθελοντής κατά την διάρκεια του πολέμου: Αυτήν την φωλέαν να χορτάση από αγάπες και από γλυκά φιλιά εις το καλον πουλάκι μου και εις την καλήν σου ώρα και να γεμιση η στράτα σου τραντάφυλλα και ρόδα ο ουρανός αγάπη μου να λυπάται τους καμούς μου και σαν να ελυπήθηκε τους αναστεναγμούς μου. Σας αφήνω ζοβαήρι μου στον πόλεμο θα πάω όπου σταθώ και όπου βρεθώ εσένα θα αγαπάω. Διαμαντίνα δεν μπορώ δεν μπορώ να σε χαρώ βράζει μέσα μου το αίμα σαν καμίνι. Εσύ θα πας στον πόλεμοστον πόλεμο, παλληκαράς αντάρτης και εγώ θα κλέω και θα θρηνώ ως πού να πάς και νάρτης Διαμαντίνα δεν μπορώ δεν μπορώ να σε χαρώ, Λιγερόν και κοπτερό σπαθί μου και εσυ τουφέκκι φλογερό πουλί μου εσείς τον Τούρκο σφάξετε τον τύρρανο σπαράξατε να αναστηθεί η πατρίς μου να ζήσει το σπαθί μου. Σπαθί μου σαν σ' ακούσω να γλιγλίζεις και μαύρο τουφέκι να σουβλίζεις να σκοτώνονται τούρκικα κορμιά Αλλάχ να σκούζουν τα σκυλιά αυτή είναι η μουσική μου. Να ζήσει το σπαθί μου στον ουρανό αστράφτει και βροντά, η βροχή κατακλυσμός, βοριάς φυσάει και εγώ γυρίζω τα στενά και ανεβαίνω τα βουνά να αναστηθεί η πατρίς μου να ζήσει το σπαθί μου για της πατρίδας την ελευθερία για του Χριστού την πίστη την Αγία για αυτά τα δυο πολέμησα μ' αυτά να ζήσω επιθυμώ κι αν δεν τ' αποκτήσω τι μ' οφελεί να ζήσω. Η ώρα έφθασε η σάλπιγγα κράζει από χαρά σκυρτώ το αίμα βράζει, το μπάμ το μπούμ το γλήν - γληνγλής. Αρχίζει να βροντά και γω τους Τούρκους σφάζω , την Ελλάς φωνάζω φωνή του Άρεως με ενθουσιάζει το αίμα μου σκιρτά και αναβράζει. Στον ουρανό να αποστατώ, ζυγού συντρίβω και απαιτώ να αποθάνω μ' ελευθερία θέλω ουρανέ βρέξε το κορμί μου, βουίζει μερμηγκιάζει η κεφαλη μου. Βροντή αλλόκοτος σεισμός καρδιά στους παροξισμούς στο αφτί μου το στρώμα καπνούς πετά στο στόμα. || 1 ημερολόγιο, 1 φωτογραφία


